Η Σπηλιά του Κύκλωπα

Η επονομαζόμενη σπηλιά του Κύκλωπα ανοίγεται προς την απόκρημνη νότια πλευρά ενός φυσικού βραχώδους εξάρματος, νότια του χωριού της Μάκρης, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, περίπου 11χλμ. δυτικά της Αλεξανδρούπολης.

Το σπήλαιο βρίσκεται βόρεια του λιμανιού της Μάκρης, ακριβώς κάτω από τον αρχαιολογικό χώρο της ομώνυμης προϊστορικής θέσης. Από το σπήλαιο, η θέα προς την ακτογραμμή του θρακικού πελάγους, είναι εντυπωσιακή.

Η είσοδός του έχει διαστάσεις 5Χ3μ. Αποτελείται από έναν θάλαμο μήκους περίπου 10μ., μέγιστου πλάτους 3,5μ. και μέγιστου ύψους 4,5μ. Σε ψηλότερο επίπεδο διαμορφώνεται ένας ακόμη θάλαμος, ανατολικά του οποίου σχηματίζεται μία διακλάδωση που οδηγεί σε πολύ μικρότερο θάλαμο στο βάθος.

Η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας -Σπηλαιολογίας διενήργησε σύντομη ανασκαφική έρευνα στο εσωτερικό του σπηλαίου το 1991, ενώ ο χώρος γύρω από αυτό ερευνήθηκε στο πλαίσιο της ανασκαφής της ΙΘ΄ΕΠΚΑ σε συνεργασία με το ΑΠΘ.

Από τη σύντομη διερεύνησή του προκύπτει ότι κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο η περιοχή της τούμπας, ο χώρος γύρω από το σπήλαιο, αλλά και μέρος του εσωτερικού αυτού χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο του οικισμού, που βρίσκεται 500μ. βορειότερα, στο σημερινό χωριό.

Οι λαξευμένοι τετράπλευροι τόρμοι εκατέρωθεν της εισόδου, φανερώνουν ότι πιθανώς την ίδια περίοδο το σπήλαιο έκλεινε με ξύλινη μπάρα.
Η κεραμική των προϊστορικών χρόνων από τη διαταραγμένη, εξαιτίας της επέμβασης στο χώρο κατά τη βυζαντινή περίοδο, επίχωση, καταδεικνύει την περιστασιακή χρήση του σπηλαίου, πιθανότατα την ίδια εποχή με την κατοίκηση της τούμπας.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ

Ο Οδυσσέας έφυγε µε δώδεκα καράβια από την Τροία. Κοντά στη θάλασσα είδαν µια θεόρατη σπηλιά και µπήκαν µέσα. Παντού υπήρχαν δοχεία µε γάλα και καλάθια µε τυρί και πλήθος αρνάκια και κατσίκια. Έφαγαν και περίµεναν να ’ρθει ο νοικοκύρης.

Όταν τον είδαν όµως τρόµαξαν. Ήταν πανύψηλος κι είχε ένα µονάχα µάτι στο µέτωπο. Ήταν ο Κύκλωπας Πολύφηµος, ο γιος του Ποσειδώνα ο οποίος μόλις τους είδε έκλεισε την πόρτα της σπηλιάς µ’ ένα τεράστιο βράχο κι άναψε δυνατή φωτιά.

Αµέσως ο Πολύφηµος άρπαξε δυο συντρόφους και τους έφαγε. Μετά έπεσε για ύπνο. Το πρωί έφαγε άλλους δύο, άνοιξε την πόρτα της σπηλιάς, έβγαλε το κοπάδι, την ξανάκλεισε κι έφυγε. Τότε ο Οδυσσέας, ο πολυµήχανος, πήρε ένα µακρύ κλαδί, το έξυσε στην άκρη, ώστε να είναι µυτερό, και το έκρυψε στις στάχτες. Έπειτα, πλησίασε τον Πολύφημο κρατώντας ένα ασκί µε γλυκό κρασί και του πρόσφερε να πιει.

Εκείνος ήπιε, του άρεσε και ζήτησε κι άλλο. «Ποιο είναι το όνοµά σου» ρώτησε τον Οδυσσέα τότε. «Κανένα µε φωνάζουν», απάντησε εκείνος. «Εσένα, Κανένα, θα σε φάω τελευταίο», ξανάπε ο Κύκλωπας και συνέχισε να πίνει, ώσπου τελείωσε όλο το κρασί και µεθυσµένος αποκοιµήθηκε.

Σηκώθηκε τότε ο Οδυσσέας, άρπαξε το µυτερό κλαδί και, µε τη βοήθεια των συντρόφων του, το κάρφωσε στο µάτι του Πολύφηµου. Εκείνος πετάχτηκε ουρλιάζοντας και φώναζε βοήθεια. Οι άλλοι Κύκλωπες έτρεξαν έξω απ’ τη σπηλιά «Τι έπαθες, Πολύφηµε», ρωτούσαν. «Με τύφλωσε ο Κανένας». «Αφού κανένας δε σε τύφλωσε, τι φωνάζεις» του απάντησαν κι έφυγαν θυµωµένοι.

Όταν βγήκαν όλοι απ’ τη σπηλιά, έτρεξαν στο καράβι και ξεκίνησαν. Καθώς αποµακρύνονταν, φώναξε ο Οδυσσέας:


«Πολύφηµε, αν σε ρωτήσουν ποιος σε τύφλωσε, να πεις ο Οδυσσέας, ο γιος του Λαέρτη απ’ την Ιθάκη». Άρπαξε τότε ένα τεράστιο βράχο ο Κύκλωπας και τον έριξε στο καράβι, µα δεν το χτύπησε. Κι αµέσως σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και είπε: «Πατέρα, Ποσειδώνα, τον Οδυσσέα που µε τύφλωσε µην τον αφήσεις να γυρίσει στην Ιθάκη, µα αν είναι να γυρίσει, να περάσει χίλια βάσανα, να φτάσει µόνος, µε ξένο πλοίο, κι εκεί να τον βρουν καινούριες συµφορές».

 

Translate »