Visitalexandroupoli.gr

spilaio-02-1

Στα μονοπάτια της ιστορίας γύρω από την Αλεξανδρούπολη

Αρχές Αυγούστου, πριν από την πυρκαγιά που κατέκαψε πάνω από 900.000 στρέμματα στον Έβρο, βρέθηκα στην Αλεξανδρούπολη, στο πλαίσιο ρεπορτάζ με θέμα τις αναπτυξιακές προοπτικές της. Συνάντησα μια πόλη ζωντανή, με 100% πληρότητα στα καταλύματα και στις επιχειρήσεις εστίασης. Τούρκοι (κυρίως), Βούλγαροι, Ρουμάνοι και λιγοστοί Σέρβοι απολάμβαναν τα μπιτς μπαρ, τη μεγάλη ακτογραμμή και το προσιτό, νόστιμο ελληνικό φαγητό. Ανεξάρτητα από την εξέλιξή της σε ενεργειακό, στρατιωτικό κόμβο και διαμετακομιστικό κέντρο, περνώντας ανάμεσα στα αμέτρητα τραπεζοκαθίσματα του παραλιακού δρόμου με τους καταλόγους στα τουρκικά και συζητώντας για την ξέφρενα ανοδική πορεία των ενοικίων, απόρροια των βραχυχρόνιων μισθώσεων, είδα τον τουρισμό να αναδύεται ως βασικός πρωταγωνιστής στο γίγνεσθαι της πόλης – με ό,τι αυτό συνεπάγεται. 

Όμως η ισορροπημένη ανάπτυξη του τουριστικού προϊόντος του τόπου δεν μπορεί να γίνει χωρίς να ενταχθεί σε αυτό το πλούσιο και εν πολλοίς άγνωστο πολιτιστικό του απόθεμα. Περιμετρικά της Αλεξανδρούπολης, σε ακτίνα μικρότερη των 30 χλμ., από την παραθαλάσσια Μεσημβρία στα δυτικά μέχρι τις Φέρες στα ανατολικά, υπάρχουν πολλά σημεία ενδιαφέροντος, διαφορετικών χρονολογικών περιόδων. Κάποια έχουν αξιοποιηθεί, ορισμένα διατηρούνται σε καλή κατάσταση, αλλά στερούνται προβολής, και αρκετά έχουν αφεθεί στη μοίρα τους.

Πολύφημος και Ζώνη

Τα ερείπια του βυζαντινού Κάστρου Ποτάμου, νότια του χωριού Άβαντα.

Σύμφωνα με τον θρύλο, πάνω από το γραφικό λιμανάκι της Μάκρης, τον παραλιακό οικισμό που απέχει 12 χλμ. από την Αλεξανδρούπολη, κατοικούσε ο μονόφθαλμος γιος του Ποσειδώνα και της Θοώσης που τύφλωσε ο Οδυσσέας. Βέβαια, το ίδιο ισχυρίζονται και οι κάτοικοι της Μαρώνειας, στον γειτονικό νομό Ροδόπης, ότι δηλαδή στο δικό τους σπήλαιο έμενε ο Πολύφημος. Σε κάθε περίπτωση, είναι μοναδικό το συναίσθημα να περπατάς στο πλακόστρωτο μονοπάτι του αρχαιολογικού χώρου Μάκρης, ανάμεσα σε μεγάλες ελιές, να αντικρίζεις το Θρακικό πέλαγος και να φαντάζεσαι τον Πολύφημο να περιφέρεται φωνάζοντας εξοργισμένος «ο Κανένας». Η σπηλιά, που στο εξωτερικό της έχει δύο γιγάντιες πέτρες, προσεγγίζεται εύκολα με τα πόδια και το πρώτο τμήμα της είναι ανοιχτό, ενώ το δεύτερο σφραγισμένο. Με εξαίρεση μια δυο πινακίδες που δείχνουν την κατεύθυνση, δεν υπάρχει καμία άλλη πληροφορία για τον επισκέπτη.

Η ισορροπημένη ανάπτυξη του τουριστικού προϊόντος της Αλεξανδρούπολης δεν μπορεί να γίνει χωρίς να ενταχθεί σε αυτό το πλούσιο και εν πολλοίς άγνωστο πολιτιστικό της απόθεμα.

Ελάχιστα χιλιόμετρα δυτικότερα, μετά τα Δίκελλα, μπροστά στη θάλασσα, βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Ζώνης, αποικίας της Σαμοθράκης που άκμασε τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. «Αυτές οι αποικίες στις ακτές του βορείου Αιγαίου, εκτός από ναυτικές βάσεις, λειτουργούσαν και ως εμπορευματικοί σταθμοί. Μετέφεραν τα προϊόντα στην ακτή και μετά τα διοχέτευαν στο εσωτερικό της Θράκης», εξηγεί η κ. Δόμνα Τερζοπούλου, προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Έβρου, η οποία σημειώνει ότι η Ζώνη άρχισε να ερευνάται αρχαιολογικά το 1966 και ήταν η πρώτη ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης. Ο ανοιχτός αρχαιολογικός χώρος, που υπέστη μερικές ζημιές από την πυρκαγιά του καλοκαιριού, χωρίς ωστόσο να έχουν επηρεαστεί τα αρχαία, αναμένεται να επαναλειτουργήσει την άνοιξη του 2024.

Ουσιαστικά, μέσα στα όρια του τείχους που έχει αποκαλυφθεί, αναπτύσσονται τα ερείπια μιας ολόκληρης πόλης, με εμφανή τα ιερά της Δήμητρας και του Απόλλωνος, δύο δημόσια κτίρια και σύνολα κατοικιών, δείγματα του πολεοδομικού ιστού. Μάλιστα, σε τρεις από τους χώρους ενός κτιριακού συγκροτήματος στη βορειοδυτική πλευρά, έχουν ανακαλυφθεί αμφορείς τοποθετημένοι σε ομάδες με το στόμιο στο έδαφος. «Με το συγκεκριμένο σύστημα προστάτευαν το χωμάτινο δάπεδο από την υγρασία», επισημαίνει η κ. Τερζοπούλου. Εδώ, εντός του αρχαιολογικού χώρου, με φόντο το επιβλητικό όρος Σάος της Σαμοθράκης, τα καλοκαίρια οργανώνονται και συναυλίες.

Κάστρα, Άγιοι Θεόδωροι και Σαρακατσαναίοι

Ο σπηλαιώδης ναός των Αγίων Θεοδώρων έχει τοιχογραφίες του 11ου αιώνα.

Βορειοανατολικά της αρχαίας Ζώνης, στην περιοχή Κόμαρος, έχουν εντοπιστεί τμήματα της Εγνατίας Οδού (Via Egnatia), του ρωμαϊκού στρατιωτικού και εμπορικού δρόμου, ο οποίος κατασκευάστηκε την περίοδο 146-120 π.Χ. και συνέδεε τη Ρώμη με τις κατεκτημένες περιοχές στην Ανατολή. Αντίστοιχα πεδινά τμήματα της λιθόστρωτης διαδρομής, όχι τέτοιας έκτασης, έχουν διασωθεί και στην ανατολική πλευρά της Αλεξανδρούπολης, κοντά στον αρχαίο Δορίσκο. «Την άνοιξη υλοποιούμε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα “Αρχαία Εγνατία Οδός. Ένας δρόμος με μεγάλη ιστορία” για μαθητές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», λέει η κ. Τερζοπούλου, υπογραμμίζοντας τη σημασία που έχει η γνωριμία του τόπου από τους νέους ανθρώπους του.

Τμήμα της ρωμαϊκής Εγνατίας Οδού στην περιοχή Κόμαρος.

Οδηγώντας πίσω προς την πόλη, περνώντας από την πάνω πλευρά του σύγχρονου αυτοκινητόδρομου της Εγνατίας, κατευθύνθηκα προς τον Άβαντα, έναν αγροτικό οικισμό περίπου 450 κατοίκων, χτισμένο στην κοίτη ενός μικρού ποταμού. Νότια του χωριού, πάνω σε έναν λόφο, ξεπροβάλλουν τα ερείπια τριών βυζαντινών πύργων, που είναι γνωστοί και ως Κάστρο Ποτάμου. Περιστοιχισμένοι από ελιές, έχουν επάνω τους τη φθορά του χρόνου, καθώς εδώ δεν έχουν πραγματοποιηθεί αναστηλωτικές εργασίες. Πιθανολογείται πως ανήκουν στην υστεροβυζαντινή περίοδο, και συγκεκριμένα στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα, δεν είναι όμως γνωστός ο κτήτορας του συμπλέγματος, ούτε μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η χρονολογία κατασκευής του. Ένα δεύτερο κάστρο, αυτό του Άβαντα, εκτείνεται βορειότερα του χωριού, επάνω στο ύψωμα Μποζ-Τεπέ. Η χρονολόγησή του είναι αμφίβολη, ωστόσο είναι βέβαιο πως και αυτό υπήρχε τον 14ο αιώνα. Από το σημείο στάθμευσης, η ανάβαση στον κατάφυτο κωνικό λόφο, που αποζημιώνει με τη θέα, κρατάει περίπου είκοσι λεπτά. Κανένα από τα δύο κάστρα, τα οποία θεωρείται πως ήλεγχαν τις μετακινήσεις προς την ενδοχώρα της Θράκης και της ορεινής Ροδόπης, δεν είναι επισκέψιμο.

Στρίβοντας αριστερά στο Κάστρο Ποτάμου, διασχίζοντας ελαιώνες, μικρά ρυάκια και χωματόδρομους που χρειάζονται προσοχή, άφησα πίσω μου τον εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό της γραμμής Αλεξανδρούπολης-Κομοτηνής και συνέχισα για τον βραχώδη ναό των Αγίων Θεοδώρων. Κρυμμένος σε μια εντυπωσιακή χαράδρα γεμάτη πλατάνια, μέσα σε ένα σπήλαιο, που για να φτάσεις ανεβαίνεις απότομα σκαλοπάτια, αυτός ο ναός διαμορφώθηκε ως ασκητήριο στα βυζαντινά χρόνια και φέρει τοιχογραφίες από τον 11ο αιώνα μ.Χ. Θυμίζει τις σπηλαιώδεις εκκλησίες της Καπποδοκίας και βρίσκεται πάνω στον δρόμο που ακολουθούσαν οι ταξιδιώτες κατά τη βυζαντινή και την οθωμανική περίοδο, κινούμενοι από το Δέλτα του Έβρου προς την Κομοτηνή.

Το κοπάδι με τις κατσίκες γίνεται «ένα» με το βαμβακοχώραφο.

Από το παγκάκι έξω από την είσοδο του ναού διακρίνονται και άλλα σπήλαια στη χαράδρα, που χρησιμοποιούνταν ως κελιά ή προσωρινοί χώροι ξεκούρασης. «Κάθε χρόνο, μια Κυριακή του Μαΐου, κάτω από τα πλατάνια πραγματοποιείται αρχιερατική θεία λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αλεξανδρούπολης. Είναι κρίμα που ένα τόσο σημαντικό μνημείο έχει εγκαταλειφθεί, ούτε καν προστατεύεται», σχολιάζει ο Γιώργος Χατζηγεωργίου, πρόεδρος της κοινότητας Άβαντα, ο οποίος είδε τη φωτιά να καίει ολόκληρο το δάσος γύρω από το χωριό του. Η πυρκαγιά κατέστρεψε και τον πρότυπο οικισμό των Σαρακατσαναίων, λίγο πιο πάνω, κοντά στην Αισύμη. «Είχαμε δημιουργήσει τρεις παραδοσιακές καλύβες και ένα μαντρί, ενώ είχαμε τοποθετήσει και τραπέζια με πάγκους για τα ανταμώματα. Θα τα ξαναφτιάξουμε», περιγράφει ο κ. Αλέξης Αποστολίδης, πρόεδρος του Συλλόγου Σαρακατσαναίων Έβρου, ο οποίος μας ξενάγησε στο Μουσείο Σαρακατσάνικης Παράδοσης στην Αισύμη.

Παραδοσιακή σαρακατσάνικη καλύβα έξω από το μουσείο των Σαρακατσαναίων στην Αισύμη.

Το δίπατο μουσείο εγκαινιάστηκε το 2009, έχει δωρεάν είσοδο και λόγω έλλειψης προσωπικού λειτουργεί κατόπιν ραντεβού. Εδώ, ο επισκέπτης μπορεί να μάθει για τη σαρακατσάνικη ζωή μέσα από τις φορεσιές, τα διακοσμητικά σπιτικά αντικείμενα και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν αυτοί οι κτηνοτρόφοι-νομάδες. Χαρακτηριστική είναι η «τσιατούρα» στον επάνω όροφο, το πρόχειρο στέγαστρο, φτιαγμένο από κατσικίσιο μαλλί, που έστηναν για διανυκτέρευση κατά τις μετακινήσεις τους.

Κάτω από αυτόν τον τρούλο υπάρχει η υποψία ότι βρίσκεται ο τάφος του κτήτορα της Παναγίας της Κοσμοσώτειρας, Ισαάκιου Κομνηνού.

Από τους μύλους στην Παναγία Κοσμοσώτειρα

Εκτός από την κτηνοτροφική παράδοση, ο Έβρος, με τα αμέτρητα σιτοχώραφα, είχε μεγάλη παραγωγή αλευριού και σε παλαιότερες εποχές. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τους τέσσερις ανεμόμυλους του χωριού Μελία, ανατολικότερα της Αισύμης, που προσφέρουν μαγευτική θέα μέχρι το Δέλτα του Έβρου και τη Σαμοθράκη.

Οι μύλοι στο χωριό Μελία προσφέρουν θέα μέχρι τη Σαμοθράκη.

«Οι μύλοι, φόρος τιμής στο παρελθόν του χωριού, κατασκευάστηκαν τη δεκαετία του 1990 στο ύψωμα όπου είχαν βρεθεί τα θεμέλια προβιομηχανικών μύλων, που μάλλον σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται γύρω στο 1925. Ήταν μια προσπάθεια να τονώσουμε τον αγροτουρισμό», εξηγεί ο κ. Δημήτρης Κολγιώνης, αντιδήμαρχος Φερών, στην κοινότητα του οποίου ανήκει και η Ιερά Μονή Παναγίας της Κοσμοσώτειρας. Περιστοιχισμένη από πολυκατοικίες, σε ένα μικρό ύψωμα, με θέα τα χωριά της Τουρκίας, η ιερά μονή είναι διασωθέν τμήμα βυζαντινού μοναστηριού που ιδρύθηκε το 1151/1152 από τον σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό, γιο του Αλέξιου Α΄. Κατά την οθωμανική περίοδο γκρεμίστηκαν τα τείχη και τα περισσότερα κτίσματα της μονής, η οποία λειτούργησε ως τζαμί μέχρι το 1920.

Η Παναγία η Κοσμοσώτειρα, η εκκλησία- σημείο αναφοράς των απανταχού Θρακιωτών, ξεπροβάλλει μέσα από πολυκατοικίες.

Έκτοτε, έχουν λάβει χώρα πολλές εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης από το Υπουργείο Πολιτισμού. «Ο κτήτορας Ισαάκιος Κομνηνός, που μια ζωή πάλευε για την εξουσία, ίδρυσε το μοναστήρι γιατί ήθελε οι μοναχοί να προσεύχονται για τη σωτηρία της ψυχής του, γι’ αυτό ονομάστηκε Κοσμοσώτειρα. Συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τη φθορά», αναφέρει η Κωνσταντίνα Καρακύργιου, φιλόλογος του λυκείου της περιοχής, η οποία έχει δημιουργήσει στο σχολείο μια εθελοντική ομάδα μαθητών-ξεναγών για την εκκλησία-κέντρο αναφοράς των απανταχού Θρακιωτών. Στον ναό βρίσκονται σήμερα υπό συντήρηση οι τοιχογραφίες του 12ου και 13ου αιώνα, οι οποίες τη συνδέουν με την κωνσταντινουπολίτικη σχολή τεχνιτών και αγιογράφων. Σε σημείο αριστερά της εισόδου εικάζεται ότι έχει ενταφιαστεί ο κτήτορας.

Η Χάνα στην Τραϊανούπολη.

Τα οθωμανικά λουτρά

Μακάρι να είχαν ενταχθεί σε αντίστοιχο πρόγραμμα αποκατάστασης η μισογκρεμισμένη Χάνα (χάνι) και τα δύο σωζόμενα οθωμανικά λουτρά κοντά στην Τραϊανούπολη, νοτιότερα των Φερών. Η αρχαία ρωμαϊκή πόλη, σταθμός της Εγνατίας Οδού με ιαματικές πηγές, ήταν το ιδανικό σημείο για να χτίσει ο μπέης Γαζή Εβρενός γύρω στο 1380 το χάνι του, το οποίο εξυπηρετούσε τους ταξιδιώτες. Δίπλα του, σε διαφορετικές ιστορικές φάσεις, ανεγέρθηκαν και δύο λουτρά, με την κατασκευή του παλαιότερου να χρονολογείται στο 1485.

Σήμερα, αυτά τα κτίρια, που βρίσκονται ακριβώς απέναντι από τα κλειστά δημοτικά υδροθεραπευτήρια, είναι εγκαταλελειμμένα και δεν προστατεύονται ούτε από μια στοιχειώδη περίφραξη. Φανταστείτε πόσοι χιλιάδες Τούρκοι τουρίστες θα ήθελαν να επισκεφθούν ένα μνημείο οθωμανικών χρόνων και να συνδυάσουν την εκδρομή τους με ένα θεραπευτικό λουτρό, που είναι και στην κουλτούρα τους.

Πηγή: kathimerini.gr

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

Translate »